ΔΗΜΗΤΡΗΣ ZWGRAFOS RADIO INTERNET

ΠΙΣΩ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ http://www.zwgrafosradio.blogspot.com/


Image by FlamingText.com

Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2011

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΜΑΡΙΝΕΛΛΑΣ ΓΙΑ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗ

Β Η «ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ» ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ… «ΔΕΥΤΕΡΗ» ΦΩΝΗ (1957 – 1966)



"Τον Στέλιο τον ερωτεύτηκα αμέσως. Ήταν πάρα πολύ όμορφος άντρας. Την άλλη μέρα, πήγαμε για ψάρεμα, που ήταν το πάθος και των δυο μας και έτσι ξεκίνησαν όλα… Αυτό έγινε το 1957. Μείναμε μαζί μέχρι το 1966, χωρίσαμε για ένα μικρό διάστημα, το 1962, και παντρευτήκαμε μόλις το 1964.



Σ’ αυτά τα χρόνια δίπλα στον Καζαντζίδη έμαθα πάρα πολλά, γιατί ήμουνα σπουδαία… κλέφτρα!. Κάποτε μου είχε πει ο Μάνος Χατζιδάκις: «Να μάθεις να κλέβεις. Να παίρνεις τα σωστά. Στη ζωή πρέπει να αντιμετωπίζεις τα πράγματα σαν το πορτοκάλι: να στύβεις, να παίρνεις το ζουμί και να πετάς τα φλούδια». Ο Χατζιδάκις ήταν άψογος σε όλα του, είχε μια απλοχεριά, μια λεβεντιά, ήταν αυτό που λέμε άντρας 100%. Εν αντιθέσει με… άσε καλύτερα. Θυμάμαι, λοιπόν, που έκανε πρόβα με τον Στέλιο το Κουρασμένο Παλικάρι και, ξαφνικά, μόνη μου, έκανα τη φούγκα – αυτή που υπάρχει – και έμεινε άφωνος αλλά δεν με σταμάτησε. «Πού τα έμαθες αυτά εσύ;» μου λέει. «Με συγχωρείτε που διέκοψα, απαντώ, αλλά έτσι μου ήρθε». «Όχι, να το πεις, μου λέει, γιατί το λες και πολύ ωραία». «Μα δεν σου ‘πα Μάνο, παρεμβαίνει ο Στέλιος, ότι είναι ‘γάτα’; Έχει ένστικτο!»



Εγώ δεν είχα να μοιάσω σε κανέναν όταν βγήκα. Τον μόνο που ανταγωνιζόμουν κάθε ημέρα ήταν τον εαυτό μου. Η μόνη που θαύμαζα, χωρίς όμως να μπορώ να μιμηθώ, ήταν η Σοφία Βέμπο. Μου άρεσε πολύ και η Μπελίντα, αλλά η φωνή μου δεν ταίριαζε ούτε με της μιας ούτε με της άλλης. Πάντα για κάθε νέο τραγουδιστή υπάρχει ένας προηγούμενος, ο οποίος λειτουργεί ως σημείο αναφοράς. Είναι ένα θεμέλιο αυτό. Εγώ, δυστυχώς, ξεκίνησα χωρίς να έχω πού να πατήσω ως φωνή. Το μόνο που είχα στην αρχή ήταν ο Στέλιος.



Από τον Στέλιο βέβαια έμαθα πάρα πολλά. Ούτε ο ίδιος ξέρει πόσα με δίδαξε. Την κρισάρα την είχα μέσα μου. Από τον Στέλιο πήρα τον τρόπο που τραγουδάω. Ο Καζαντζίδης έχει πολύ καλή άρθρωση. Τραγουδώντας μαζί του άρχισα να τον μιμούμαι και εγώ σ’ αυτό, στον τρόπο με τον οποίο έλεγε τα φωνήεντα. Κατάλαβα ότι ο λαιμός είναι ένα μπουρί. Με τον τρόπο που τραγούδαγε ο Στέλιος το μπουρί γέμιζε όλο. Ποτέ δεν μου έδειξε ο ίδιος με ποιον τρόπο έπρεπε να λέω το άλφα, το έψιλον, το όμικρον. Έπρεπε να το μάθω μόνη μου, να μπορώ να το λέω και εγώ… Και ζώο να ήσουν, θα μου πεις, δέκα χρόνια δίπλα του, θα το μάθαινες. Δεν είναι όμως έτσι ακριβώς. Υπάρχουν άνθρωποι που περνάνε μια ζωή χωρίς να μάθουν τίποτε. Μαθαίνει τελικώς όποιος θέλει να μάθει.



Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο σχολείο είναι η ίδια η ζωή. Και δεν νομίζω ότι υπάρχει σχολείο που θα σε μάθει από μόνο του πράγματα. Ακόμη και στο καλύτερο σχολείο να σε στείλουν οι δικοί σου, αν δεν ζήσεις τη ζωή, τελικώς μένεις αμόρφωτος. Το κανονικό σχολείο δίνει εφόδια για να αντιμετωπίσεις και να μάθεις περισσότερα από τη ζωή. Η ζωή εκπαιδεύει τον άνθρωπο και όχι το σχολείο.



Εγώ αυτά τα πρώτα δέκα χρόνια στο τραγούδι δεν μαθήτευσα μόνο δίπλα στον Καζαντζίδη. Ήταν επίσης ο Ζαμπέτας, η Πόλυ Πάνου, η Καίτη Γκρέυ, η Γιώτα Λύδια που έζησα και έμαθα πολλά κοντά τους. Έκανα παρέα με τον Μανώλη Χιώτη και τη Μαίρη Λίντα, με τον Θεοδωράκη, την Ειρήνη Παπά. Στο σπίτι της Ειρήνης μαζευόταν όλος ο κόσμος: ο Κούνδουρος, ο Χριστοδούλου, ο Λιδωρίκης, ο Φώσκολος, ο Τάκης Κανελλόπουλος. Ποιον να πρωτοθυμηθώ… Οι άνθρωποι αυτοί ήταν, όταν άνοιγαν το στόμα τους, όλα τα βιβλία του κόσμου μαζί. Είχαν πράγματα να σου πουν. Εγώ καθόμουν κάπου παράμερα και άκουγα. Ο Γιάννης Θεοδωράκης, ο οποίος έγραψε σπουδαία πράγματα, ήταν θησαυρός. Τους σκέφτομαι όλους αυτούς και δακρύζω. Οι περισσότεροι έφυγαν από τη ζωή αλλά τους σκέφτομαι ακόμη πολύ συχνά και λέω: Αυτοί ήταν όλοι μαζί ένα σχολείο.



Τα παιδιά σήμερα έχουν καταργήσει όλες τις βαθμίδες του σχολείου της ζωής. Υπάρχουν παιδιά που βιάζονται να πάρουν το μικρόφωνο και να αναρριχηθούν. Εμείς ζούσαμε σαν να είχαμε πολύ χρόνο μπροστά μας. Εμείς ζούσαμε σαν να ήμασταν αιώνιοι… Είναι πολύ σημαντικό να ζούμε όχι ως κοινοί θνητοί αλλά σαν αιώνιοι. Μόνο έτσι δεν μας κυνηγάει ο χρόνος.



Για μένα το σεκόντο είναι το «μακιγιάζ» του τραγουδιού, είναι το στόλισμα της πρίμας φωνής. Η δεύτερη φωνή νοικοκυρεύει. Προστατεύει μπορώ να σας πω. Είναι ο προστάτης. Με το που μπαίνει η δεύτερη φωνή, οοπ… ομορφαίνει το τραγούδι, φτιάχνει. Έτσι ένα ωραίο τραγούδι γίνεται μεγάλο τραγούδι. Η φωνή είναι σαν το λάστιχο. Όταν κάθε μέρα το τραβάς, το τραβάς, το λαστιχάκι αρχίζει και μεγαλώνει. Όταν ήμουν με τον Καζαντζίδη τραγουδούσα σεκόντο και, αν δεν «έβγαινα» στα χαμηλά, αναγκαζόμουν την ίδια φωνή να την κάνω τέρτσο… επάνω. Μια πάνω, μια κάτω, μια πάνω, μια κάτω… Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η φωνή μου συνεχώς να μεγαλώνει. Μπορεί στην αρχή να είχα μια οκτάβα, τώρα έχω δυο οκτάβες.



Έχω περάσει στο πάλκο, στην καρέκλα, ατέλειωτες ώρες. Δέκα η ώρα αρχίζαμε και μέναμε μέχρι το πρωί. Στα λαϊκά μαγαζιά, εκείνα τα χρόνια, ήταν πάρα πολύ άγρια τα πράγματα. Αντιμετωπίζαμε βρόμικες καταστάσεις, απειλές, μαχαίρια, πιστόλια. Να τραγουδάς και… να σου περνάει η σφαίρα δίπλα από το αφτί σου, ξέρεις τι είναι; Βέβαια τα Σαββατοκύριακα, έρχονταν οι άντρες με τις οικογένειές τους και ήταν αλλιώς. Χορεύανε με κατεβασμένα μάτια και οι γυναίκες τους ήταν σούζα.



Σήμερα, ωστόσο, είναι πιο άγρια τα πράγματα. Δεν ξέρεις ποιος είναι δίπλα σου. Τότε τον έβλεπες. Εκεί που πήγαινες, ήξερες ότι θα δεις ομοίους σου. Τώρα, είναι όλα ένα συνοθύλευμα. Ξαφνικά, ο διπλανός σου βγάζει κουμπούρα. Τότε, ήξερα ότι θα συναντήσω εσένα με την κουμπούρα, αλλά είχα κι εγώ…



Κάπως έτσι σταμάτησε να τραγουδά ο Καζαντζίδης, τον Φεβρουάριο του 1966, σε ένα μαγαζί εκεί, Αχαρνών και Ηπείρου αν θυμάμαι καλά, του Μαργωμένου. Ήταν Αποκριά… Σπάει ένας ένα μπουκάλι της μπύρας και το πετάει και καρφώνεται πίσω από το κεφάλι του Καζαντζίδη, ο οποίος, κατά καλή του τύχη, είχε σκύψει να μου πει κάτι στο αφτί. Αυτή ήταν και η τελευταία του μέρα στα κέντρα".

Δεν υπάρχουν σχόλια: